Όλοι μας γνωρίζουμε λίγο ή πολύ για την ύπαρξη ενός περίεργου φαινομένου που λέγεται ύπνωση, για το οποίο έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις ανάλογα με την εποχή και τις απαιτήσεις κάθε κοινωνίας. Ο πολύς κόσμος επηρεασμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο, τις λαϊκές δοξασίες, τις ατομικές πεποιθήσεις, τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τη μεταφυσική παραπλάνηση αναπτύσσει μια θολή εικόνα για το πανάρχαιο φαινόμενο. Ο άνθρωπος εκ φύσεως είναι ένα δύσπιστο ον, επομένως το καθετί άγνωστο του προκαλεί φόβο και ανασφάλεια, το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση  της ύπνωσης για την οποία έχουν δημιουργηθεί διάφοροι μύθοι.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η ύπνωση είναι μια αφύσικη και μεταφυσική κατάσταση που προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες. Όμως  η ύπνωση είναι μια φυσιολογική λειτουργία, μια εσωτερική δυνατότητα που ενυπάρχει στον άνθρωπο αλλά και στα περισσότερα ζώα. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιος εξωτερικός παράγοντας υλικός ή άϋλος που να μπορεί να μας επιβάλλει να υπνωτιστούμε. Η ύπνωση είναι ουσιαστικά προϊόν του ίδιου του ατόμου ενώ ο υπνοθεραπευτής παίζει ρόλο του οδηγού που μας κατευθύνει και μας βοηθάει να περάσουμε στα μονοπάτια του ψυχισμού μας που παρουσιάζουν ενδιαφέρουν για την θεραπεία. Η ονειροπόληση, η φαντασία, η έκσταση και η μυσταγωγία είναι ορισμένα στοιχεία της ύπνωσης.

Από τη μια πλευρά υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν ότι η ύπνωση είναι ύπνος ή όνειρο κατά το οποίο ο υπνωτιζόμενος χάνει τη επαφή με την πραγματικότητα και παραμένει κολλημένος στην κατάσταση ύπνου. Από την άλλη πλευρά κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο υπνωτιζόμενος παραμένει ουσιαστικά ξύπνιος ή ότι τα λεγόμενά του αντιστοιχούν στην πλήρη πραγματικότητα.

Στην πραγματικότητα ο υπνωτιζόμενος κατά την ύπνωση δεν είναι ούτε ξύπνιος, ούτε βρίσκεται σε ύπνο και ονειρεύεται. Η ύπνωση είναι μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση. Η ετυμολογική συγγένεια των λέξεων ύπνωση και ύπνος πιθανόν οφείλεται στο ότι ο υπνωτιζόμενος έχει κλειστά μάτια, παρόλο που η ύπνωση μπορεί να πραγματοποιηθεί και με ανοιχτά μάτια του υπνωτιζόμενου. Ο υπνωτιζόμενος μπορεί να βγει από την κατάσταση ύπνωσης μετά από λίγα κιόλας λεπτά μετά το τέλος της ομιλίας του υπνωτιστή. Δεν χάνει την επαφή με την πραγματικότητα, αλλά ακούει τη φωνή του υπνωτιστή και έχει την αντίληψη του χώρου.

Ταυτόχρονα βρίσκεται στην εσωτερική πραγματικότητα κατά την οποία  εστιάζεται στην ανάκληση του αναδυόμενου υποσυνείδητου υλικού. Οι εικόνες και το υλικό που ανακαλούνται έχουν την προέλευσή τους στο ίδιο υπόστρωμα με τα όνειρα και την φαντασία, ελέγχονται και κατευθύνονται από τον ίδιο τον υπνωτιστή αλλά και τον υπνωτιζόμενο. Αυτό το υλικό λοιπόν αν και παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για την διαδικασία της υπνοθεραπείας λόγω της συμβολικής του αξίας, δεν μπορεί να αποτελέσει όμως έγκυρο στοιχείο για την απόδειξη των αληθινών συμβάντων, καθώς έχει την προέλευσή του στην φαντασία, επομένως δεν χρησιμοποιείται ως αποδεικτικό υλικό στα δικαστήρια.

Επίσης είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι η ύπνωση είναι επικίνδυνη για το ανθρώπινο σώμα ή ότι ο υπνωτιστής μπορεί να μας επιβάλλει κάτι που δεν θέλουμε ή να μας υπνωτίσει κάποιος παρά τη θέλησή μας. Κατά τη διάρκεια της ύπνωσης δεν παρουσιάζεται κανένας κίνδυνος ούτε για το σώμα μας ούτε για τον ψυχισμό μας. Όμως η ύπνωση δεν είναι η χαλάρωση αν και η χαλάρωση είναι μέρος της ύπνωσης. Κανένας δεν μπορεί να υπνωτιστεί χωρίς τη θέλησή του ούτε να κάνει κάτι που δεν επιθυμεί να κάνει.

Η ύπνωση προϋποθέτει την συνεργασία του υπνωτιζόμενου και του υπνωτιστή και βασίζεται στην εμπιστοσύνη, την συνείνεση και αμοιβαίο σεβασμό. Χωρίς την συγκατάθεση του πρώτου δεν είναι δυνατή η διαδικασία της ύπνωσης.

Όπως παρατηρεί ο Γκρέιαμ Γουάγκσταφ: «Συνήθως νομίζουμε ότι η ύπνωση είναι μια εναλλακτική κατάσταση της συνείδησης και ότι ένα υπνωτισμένο άτομο βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης, από την οποία μπορεί να βγει μόνο κατόπιν εντολής του υπνωτιστή. Όμως δεν είναι έτσι. Αν μελετήσουμε το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ενός ατόμου σε κατάσταση ύπνωσης θα διαπιστώσουμε ότι δε διαφέρει και πολύ από εκείνο ενός ξύπνιου ατόμου σε χαλάρωση. Υπάρχουν διάφορες απόψεις και θεωρίες σχετικά με τη φύση της υπνωτικής κατάστασης, ένα όμως είναι βέβαιο: ότι με την ύπνωση το άτομο δε χάνει τη δύναμη της βούλησης».

Τέλος, ο υπνωτιζόμενος θυμάται όλα όσα είχε πει και είχε κάνει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της ύπνωσης. Αρκετοί πιστεύουν ότι τη δυνατότητα να υπνωτιστεί κάποιος ή να γίνει κάποιος υπνωτιστής έχουν ορισμένα μόνο άτομα ή άτομα «ψυχικά δυνατά ή αδύναμα». Ο καθένας μπορεί να υπνωτιστεί με μόνη προϋπόθεση την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει ο υπνωτιζόμενος στον υπνωτιστή.

Αλεξάνδρα Κολέσνικ MSc, Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Leave a Reply

Your email address will not be published.