Ο βιασμός είναι μια κοινωνικά κατακριτέα πράξη και το κείμενο αυτό δεν προσπαθεί για κανένα λόγο να δικαιολογήσει την αποτρόπαια πράξη, αλλά να παραθέσει τις πιο γνωστές θεωρίες για τα αίτια της συμπεριφοράς των βιαστών.

Παρόλο που υπάρχουν τόσες θεωρίες, δεν υπάρχει συγκεκριμένο ψυχολογικό προφίλ του βιαστή, καθώς η ομάδα των καταδικασμένων βιαστών είναι μικρή, ενώ πολλοί δράστες δεν έχουν καταδικαστεί. Έχουμε μάθει να ταυτίζουμε τους βιαστές με άτομα που κατάγονται από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, ωστόσο αγνοούμε το γεγονός ότι οι περισσότεροι βιασμοί δεν γίνονται τη νύχτα από αγνώστους, αλλά κατά την διάρκεια της ημέρας από γνωστά στο θύμα άτομα.

Οι άνδρες των μεσαίων και των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων διαπράττουν επίσης βιασμούς, μόνο που προστατεύονται περισσότερο, λόγω της «συνωμοσίας σιωπής», όπου το θύμα δεν τολμάει στο να προχωρήσει στην καταγγελία.

Είναι εντυπωσιακό του πόσο υψηλός είναι ο αριθμός των δραστών που είναι παντρεμένοι, έχουν παιδιά και προβαίνουν και σε άλλες εγκληματικές πράξεις όπως ασέλγεια, αιμομιξία, αποπλάνηση ανηλίκων, κτλ.

Επίσης, σημαντική είναι η αναφορά ότι ο νόμος προστατεύει «επιλεκτικά» τα θύματα του βιασμού. Εάν η γυναίκα «δεν πληρεί» τα πρότυπα κυρίαρχου θηλυκού στερεότυπου, παρεμβαίνουν άλλοι παράγοντες, που υποστηρίζουν ότι το θύμα έδωσε την συγκατάθεση με άμεσο ή έμμεσο τρόπο (π.χ. προκλητικό ντύσιμο, προκλητική συμπεριφορά, κ.α.). Η ίδια η κοινωνία αποδίδει τις ευθύνες του βιασμού στο θύμα. Επιπλέον, η εξευτελιστική, καχύποπτη και επιφυλακτική αντιμετώπιση του θύματος από την αστυνομία, αναγκάζει την πλειοψηφία των θυμάτων να μην προχωράει καν στην διαδικασία της καταγγελίας.

Οι θεωρίες για το βιασμό διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, ψυχοπαθολογική και κοινωνιολογική. Οι θεωρίες της πρώτης κατηγορίας αναζητούν τα αίτια σε ατομικούς παράγοντες, ενώ της δεύτερης στο κοινωνικό περιβάλλον.

Με βάση τις θεωρίες της πρώτης κατηγορίας, ο βιαστής είναι ένα ψυχικά διαταραγμένο άτομο με νευρωτική, ψυχωτική ή σχιζοφρενική φύση. Μέσα από αυτό το πλαίσιο υποστηρίζεται ότι ο βιαστής μπορεί να πάσχει από σεξουαλική ανεπάρκεια, απωθημένο σύμπλεγμα ευνουχισμού,  ενδοψυχικές συγκρούσεις, εσωτερική δυσαρμονία και κοινωνική απομόνωση. Επίσης, μπορεί να έχει υπάρξει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης κατά την παιδική του ηλικία.

Οι θεωρίες της δεύτερης κατηγορίας υποστηρίζουν ότι η ίδια η προσωπικότητα είναι προϊόν κοινωνικοποίησης και αλληλεπίδρασης του ατόμου με το περιβάλλον. Αναφέρει ότι στον βιασμό ο δράστης δεν αποσκοπεί στην ίδια την σεξουαλική πράξη, αλλά στην απόκτηση κύρους, γοήτρου και επιβολής μέσα από αυτήν. Ο εξευτελισμός, η υποταγή και η ταπείνωση του θύματος προσφέρει στον δράστη ικανοποίηση και όχι τόσο η ίδια η πράξη.

Ενώ υπήρξε θεωρία της απαγορευτικότητας που ελκύει το άτομο στο να διαπράξει τον βιασμό, ο Chappell παρατήρησε ότι δεν υπήρχε συσχετισμός ανάμεσα στην απαγορευτικότητα και τον βιασμό και παρέθεσε την θεωρία της σχετικής αποστέρησης. Στην θεωρία αυτή αναφέρεται ότι ο άνδρας που απορρίπτεται σε μια σεξουαλικά φιλελεύθερη κοινωνία, βιώνει πιο έντονα την αποστέρηση από ότι σε μια πιο αυστηρή προς σεξουαλική έκφραση κοινωνία, καθώς στην δεύτερη ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί εκλογίκευσης. Έτσι πλήττεται ο εγωισμός και ο ναρκισσισμός του ατόμου και αυξάνεται η αίσθηση ανεπάρκειας.

Στο βιασμό η γυναίκα αποπροσωποποιείται και ο θύτης της αποδίδει διάφορα κυρίαρχα στερεότυπα (π.χ. «εύκολη», «κοινή», κτλ.), όπου εξουδετερώνεται η ιδιότητα του θύματος και έχουμε άρση ενοχών του θύτη. Ο θύτης δεν έχει τα χαρακτηριστικά του δυναμικού, ασυγκράτητου αρσενικού όπως πιστεύουμε συχνά λανθασμένα. Η υποτίμηση του θύματος είναι η βασική ιδέα της πράξης και ενδεχομένως να είναι προϊόν προβολικής ταύτισης, όπου εκφράζεται η ίδια η υποτίμηση του θύτη για τον εαυτό του.

Ακόμα, ο βιαστής μπορεί να νιώθει συναισθήματα ανεπάρκειας, έλλειψης, αδυναμίας και φόβου απέναντι στο παντοδύναμο γυναικείο πρότυπο. Από κοινού με κοινωνικές επιταγές για την εικόνα του «πραγματικού» άνδρα, προκύπτει η ανάγκη απόδειξης του ανδρισμού και της ισχύος του.

Ο Groth αναφέρεται στα τρία κυρίαρχα συστατικά του βιασμού: οργή, εξουσία και σεξουαλικότητα. Με βάση αυτά διαχωρίσει τους βιασμούς σε τρία είδη: σε οργισμένο (η σεξουαλικότητα προβάλλει ως εχθρική ενέργεια), εξουσιαστικό ( η σεξουαλικότητα συνιστά έκφραση κυριαρχίας) και σαδιστικό (η οργή και η εξουσία ερωτικοποιούνται).

Το θύμα όμως υποφέρει όχι μόνο εκείνη την στιγμή, αλλά και στην υπόλοιπη ζωή, όπου το τραύμα αφήνει ανεπανόρθωτα σημάδια. Η γυναίκα βιώνει την ριζική αποδιοργάνωση της ζωής της. Τα σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα παρατείνονται μέσα στον χρόνο, ενώ τα συναισθήματα φόβου, άγχους, ντροπής, ακόμα και ενοχών εμμένουν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και εάν δεν επεξεργαστούν μπορούν να παραμείνουν για πάντα. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, το θύμα στιγματίζεται από την κοινωνία.

Τροφή για σκέψη, μήπως κάνουμε κάτι λάθος;

Αλεξάνδρα Κολέσνικ MSc, Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Οι θεωρίες είναι από το βιβλίο «Μυθολογίες βίας και καταστολής», Τσαλίκογλου Φ.

Leave a Reply

Your email address will not be published.